You are currently viewing Ποιες παθογένειες στην ενεργειακή αγορά βλέπει μελέτη της Eurobank

Ποιες παθογένειες στην ενεργειακή αγορά βλέπει μελέτη της Eurobank

Πληγή για τη χώρα μας εξακολουθεί να αποτελεί η ενεργειακή φτώχεια, φαινόμενο που γιγάντωσε η εποχή των μνημονίων.Το θέμα αυτό αναδεικνύει και η μελέτη της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης και Έρευνας Διεθνών Κεφαλαιαγορών της Eurobank, με αντικείμενο τις προκλήσεις για την ενεργειακή ασφάλεια, την ενεργειακή ισότητα και την περιβαλλοντική βιωσιμότητα.Όπως επισημαίνεται στη μελέτη, η Ελλάδα βρίσκεται διαχρονικά πολύ πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε ό,τι αφορά τη φτωχοποίηση των νοικοκυριών και τη συνακόλουθη αδυναμία να θερμάνουν το σπίτι τους.Από το 2011 έως το 2013 καταγράφεται απότομη αύξηση του σχετικού εγχώριου δείκτη, που άγγιξε στο τελευταίο έτος αυτής της περιόδου το 32,9%, υπερδιπλάσιο του 2010. Από το 2015 έως το 2019, πάντα σύμφωνα με τη μελέτη, ο δείκτης υποχωρεί, παραμένοντας, ωστόσο, σταθερά πολύ υψηλότερος από τον αντίστοιχο της Ε.Ε. Το 2019 ήταν στο 17,9% και το 2021 στο 17,5%.Τα στοιχεία επιβεβαιώνει και η φετινή έρευνα του IEA. Το 17,1% του πληθυσμού και το 39,1% των οικονομικά πιο ευάλωτων δεν είναι σε θέση να ζεστάνουν το σπίτι τους, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στην Ε.Ε. είναι στο 8%.Η μελέτη της Eurobank επισημαίνει ότι η χώρα μας έχει καταρτίσει σχέδιο δράσης για την καταπολέμηση της ενεργειακής ένδειας για την περίοδο 2021-2030. Παραθέτει, επίσης, τη μνεία του πρώτου Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) του 2019 να μειωθεί η ενεργειακή φτώχεια τουλάχιστον κατά 50% έως το 2025 και κατά 75% έως το 2030, σε σχέση με το 2016, που αποτελεί το έτος βάσης.Οι παθογένειεςΟ υψηλός βαθμός συγκέντρωσης τόσο στην παραγωγή, όσο και στην προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας, η καθυστέρηση στην εισαγωγή του target model και η έλλειψη πρόσβασης σε οικονομικότερους πόρους για τους νέους παίκτες της αγοράς συνιστούν τις σημαντικότερες παθογένειες του εγχώριου συστήματος που ανέδειξε η ενεργειακή κρίση.Ο ACER έχει επισημάνει και η μελέτη υιοθετεί ότι παρά την εφαρμογή του target model υψηλός παραμένει και ο βαθμός συγκέντρωσης στη χονδρική αγορά, εμποδίζοντας την είσοδο μικρών και νέων παικτών, ενώ ενδέχεται να δημιουργεί στρεβλώσεις στις τιμές. Σε αυτό το φαινόμενο συμβάλει η ύπαρξη πολύ μεγάλων καθετοποιημένων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται τόσο στην παραγωγή όσο και στην προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίες δυνητικά μπορούν να διαμορφώσουν συνθήκες καθορισμού των τιμών.Σε αυτό το περιβάλλον, οι χονδρεμπορικές τιμές του ρεύματος στην εγχώρια αγορά ήταν υψηλότερες από το μέσο όρο της Ευρώπης, γεγονός που αποδίδει η μελέτη στη μεγάλη εξάρτηση της χώρας από τις εισαγωγές φυσικού αερίου, το μικρό μέγεθος της αγοράς και τη συνακόλουθη περιορισμένη ρευστότητα, την άνοδο των τιμών στην Αγορά Εξισορρόπησης και στο αυξημένο κόστος των ρύπων. Προσθέτει, επίσης, και δύο ακόμη λόγους: την ανεπάρκεια στις διασυνδέσεις με περιφερειακές αγορές και την καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της απελευθέρωσης της εγχώριας αγοράς.Στην Ελλάδα, επισημαίνει η μελέτη, παρουσιάζεται υστέρηση στην προσαρμογή των λιανικών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας. Κι αυτό γιατί οι συμμετέχοντες στη χονδρεμπορική αγορά δεν αγοράζουν φυσικό αέριο στην spot αγορά σε τιμές που διαμορφώνονται καθημερινά, αλλά ακολουθούν το μοντέλο Futures Month Ahead, δηλαδή, προθεσμιακά συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης, με συμφωνία παράδοσης και πληρωμής για ένα μήνα αργότερα. Το Βάθρο Εμπορίας φυσικού αερίου στο Χρηματιστήριο Ενέργειας δεν διαθέτει ακόμη επαρκή ρευστότητα, οι καθημερινές αγοραπωλησίες παραμένουν περιορισμένες. Συνεπώς, μία έντονη άνοδος τιμών στο TTF θα αποτυπωθεί στην εγχώρια αγορά εβδομάδες αργότερα, όπως και το αντίστροφο.Οι ΑΠΕΗ σημασία της πράσινης ενέργειας έχει αναβαθμιστεί λόγω της ενεργειακής κρίσης. Το 2021 οι ΑΠΕ άγγιξαν το 22% της Ακαθάριστης Τελικής Κατανάλωσης Ενέργειας και κάλυψαν το 36% της ηλεκτροπαραγωγής και το 36% της ζήτησης για θέρμανση και ψύξη. Με την αποσταθεροποίηση των τιμών που έφερε η διπλή ενεργειακή κρίση, αναφέρεται στη μελέτη, οι ΑΠΕ αναδείχθηκαν ως μέτρο αντιστάθμισης κινδύνου έναντι της μεταβλητότητας των ορυκτών καυσίμων στις διεθνείς αγορές σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.Υπό αυτό το πρίσμα, η μελέτη εκτιμά ότι η ενίσχυση διείσδυσης των ΑΠΕ και η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας δυνητικά οδηγούν σε μείωση της ζήτησης φυσικού αερίου και επομένως πτώση των τιμών, με αναδιανεμητικά αποτελέσματα ανάμεσα στους παραγωγούς και τους καταναλωτές. Για τους λόγους αυτούς προωθούνται η απλοποίηση των αδειοδοτικών διαδικασιών, ο επανασχεδιασμός της εγχώριας αγοράς με την ενσωμάτωση νέων μηχανισμών της αγοράς και ο εξηλεκτρισμός της κατανάλωσης ενέργειας, ενώ, μακροπρόθεσμα, η χώρα επιδιώκει να μετατραπεί σε καθαρό εξαγωγέα ανανεώσιμης ηλεκτρικής ενέργειας στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο >>