You are currently viewing Μάριο Μπανούσι: «Δεν μου αρέσει να πουλάω δράματα»

Μάριο Μπανούσι: «Δεν μου αρέσει να πουλάω δράματα»

«Είναι ΤΟ ταλέντο! Έκανε την παράσταση της χρονιάς. Ευτυχώς, πρόλαβα να τη δω. Ήταν διαρκώς sold out. Κι αυτός μόνο 24 χρονών, έτσι; Μέχρι κι ο Guardian έγραψε διθυράμβους». Μια καλή φίλη, πιστή θεατρόφιλη, μου επιβεβαιώνει τηλεφωνικώς τον ενθουσιασμό που επικρατεί στα καλλιτεχνικά πηγαδάκια της πόλης γύρω από το «φαινόμενο Μπανούσι», λίγο πριν τον δω να μπαίνει φουριόζος, ευδιάθετος και χαμογελαστός στο καφέ της γειτονιάς του, στο Παγκράτι, όπου έχουμε δώσει ραντεβού. «Όλοι μιλάνε για σένα!» του λέω.
«Ξέρεις, είναι τόσο ωραίο αυτό που ζω τώρα, αλλά δεν θέλω να με επηρεάσει. Δεν λέω. Είναι φοβερά τιμητικό από τη δεύτερη μόλις δουλειά σου να έρχεται ολόκληρο BBC για να σου πάρει συνέντευξη και ο κριτικός θεάτρου του Guardian να γράφει τόσο καλά λόγια. Είναι πολύ όμορφο να έρχονται καλλιτέχνες σαν τον Δημήτρη Παπαϊωάννου και τον Θόδωρο Τερζόπουλο να δουν το έργο σου και ύστερα να σου εκφράζουν τον θαυμασμό τους ή το τηλέφωνό σου να χτυπάει από θεατρικούς παραγωγούς που μέχρι πρότινος σου έκλειναν την πόρτα. Ευτυχώς, όμως, η ζωή με έχει μάθει να πατάω τα πόδια μου γερά στη γη. Το καλό είναι ότι τώρα νιώθω μεγαλύτερη πίστη σ’ αυτό που κάνω, αλλά θέλω να είμαι γειωμένος. Ξέρεις, καμιά φορά δουλεύω στον φούρνο της μητέρας μου στην Ηλιούπολη. Μια μέρα εξυπηρετούσα έναν φοβερά αγενή πελάτη κι όσο μου φώναζε “Άντε, τέλειωνε με τον καφέ!”, από το ραδιόφωνο έπαιζε μια διαφήμιση για “τον ανερχόμενο Μπανούσι” και “την παράσταση της πενταετίας”. Έλεγα από μέσα μου: “Τι ειρωνεία!”. Νομίζω, έκτοτε, επιδιώκω να πηγαίνω στον φούρνο για να μην πάρουν τα μυαλά μου αέρα!».
Μια τριλογία
O Mάριο είναι ο ορισμός της «από στόμα σε στόμα» επιτυχίας. Από την πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα με την performance Ragada στο Performance Rooms, το 2022, μέχρι το πολυσυζητημένο Goodbye, Lindita στην Πειραματική Σκηνή Νέων Δημιουργών του Εθνικού Θεάτρου την περασμένη άνοιξη και το επερχόμενο Taverna Miresia – Mario, Bella, Anastasia, που ετοιμάζει πυρετωδώς αυτές τις μέρες στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου, ο αλβανικής καταγωγής ηθοποιός και σκηνοθέτης κατάφερε να χτίσει ένα θεατρικό σύμπαν βαθιά προσωπικό, χειροποίητο και εικαστικό, που αγαπήθηκε σφόδρα από το κοινό για τα πανανθρώπινα θέματα που αγγίζει. Οι παραστάσεις του βασίζονται σε μια αλληλουχία εικόνων και όχι στα λόγια. «Στη Ragada μίλησα για τη γέννηση, στη Lindita για το πένθος και στην Taverna τώρα θα μιλήσω για την απουσία. Στο μυαλό μου είναι μια τριλογία. Το πρώτο μέρος είχε να κάνει με τη μητέρα μου, το δεύτερο με τη μητριά μου και στο τρίτο θα μιλήσω για τον πατέρα μου», λέει, εξηγώντας μου ότι τα έργα του δανείζονται αρκετές ιστορίες και εικόνες από την παιδική του ηλικία.
«Οι γονείς μου ήρθαν μετανάστες από την Αλβανία, έζησαν εδώ κάποια χρόνια, μετά χώρισαν και ο πατέρας μου γύρισε πίσω. Η μητέρα μου έμεινε και καθάριζε σπίτια για να τα βγάλει πέρα. Όταν γεννήθηκα, με έστειλε πίσω στη γιαγιά μου, σε ένα χωριό έξω από τα Τίρανα, γιατί αδυνατούσε να στηρίξει οικονομικά το μεγάλωμά μου. Κράτησε μαζί της μόνο τις δύο μου αδερφές. Τον μπαμπά μου δεν τον πολυέβλεπα. Μεγάλωσα σε ένα μικρό σπίτι παρέα με τους θείους μου, τις ξαδέρφες μου και τους παππούδες μου, πλάι σε κατσίκες και κότες, αρκετά φτωχικά. Ήταν δύσκολα χρόνια, δεν καταλάβαινα όμως ότι στερούμαι κάτι. Η γιαγιά μου έλεγε: “Θα φας μόνο ένα αυγό κι αν πεινάσεις πάρα πολύ, θα φας και το δεύτερο”. Χρόνια μετά κατάλαβα ότι δεν υπήρχε δεύτερο. Δεν τα είχα όλα, αλλά αυτό ήταν κανονικό για μένα. Θυμάμαι έστηνα στον κήπο ένα πανό, έφτιαχνα προσκλητήρια και καλούσα τους γείτονες να τους παίξω κουκλοθέατρο. Όταν έγινα έξι χρονών, γύρισα πίσω στη μητέρα μου και στις αδελφές μου. Μεγάλωσα στην Ηλιούπολη, που τότε ήταν όμορφα και εξοχικά. Δεν μιλούσα καθόλου ελληνικά και μέχρι το Γυμνάσιο δυσκολευόμουν πολύ με τη γλώσσα. Ο ρατσισμός σίγουρα υπήρχε, αλλά τον βίωνα πιο υπόγεια, με φράσεις του στιλ “Είσαι πολύ όμορφος. Δεν μοιάζεις καθόλου με Αλβανό”. Τώρα μεγαλώνοντας, μπόρεσα να αποκωδικοποιήσω κάποιες περίεργες συμπεριφορές ή γιατί οι γονείς των συμμαθητών μου δεν τους άφηναν να έρθουν στο “σπίτι του Αλβανού”. Έχω κρατήσει μόνο δύο παιδικές φίλες: την  Έλενα και τη Βάσω. Τις αγαπώ και τις συμβουλεύομαι για τα έργα μου! Η μητέρα μου είναι πρότυπο για μένα. Το πρότυπο ενός ανθρώπου που μάχεται στη ζωή. Μικρός μου άρεσε να κρεμάω το λευκό νυχτικό της στο ταβάνι και να στήνω από κάτω έναν κρυφό φωτισμό. Μου άρεσε να δημιουργώ ατμόσφαιρες, να φεύγω από την πραγματικότητα και να χάνομαι σε άλλους κόσμους, κάπως μαγικούς. Το θέατρο ήταν μάλλον μονόδρομος για μένα. Κάτι σαν ψυχοθεραπεία. Τώρα θα μου πεις γιατί σ’ τα λέω αυτά. Τα έργα μου είναι οι αναμνήσεις μου. Αν δεις τη δουλειά μου, θα νιώσεις ότι με ξέρεις απέξω κι ανακατωτά κι αυτή η έκθεση είναι λύτρωση για μένα. Μπορώ να ακουμπάω στη σκηνή αυτά που με έχουν καθορίσει και να διαπιστώνω ότι όλοι λίγο πολύ για τα ίδια πράγματα γελάμε ή κλαίμε. Τελικά οι άνθρωποι δεν είμαστε και τόσο διαφορετικοί μεταξύ μας όσο θέλουμε να νιώθουμε».

Η ταβέρνα του πατέρα
Η επικείμενη νέα του παράσταση στο Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου (έγινε αμέσως sold out) είναι ακόμα μία επιστροφή στη χώρα της παιδικής του ηλικίας και συγκεκριμένα στην ταβέρνα που διατηρούσε ο μάγειρας πατέρας του στα Τίρανα. «Ο πατέρας μου ήταν ένας πολύ εκκεντρικός και εξωστρεφής άνθρωπος. Μπορεί μια μέρα να ντυνόταν γορίλλας και να σέρβιρε έτσι τους πελάτες του στην ταβέρνα, για να κάνει πλάκα. Άκουγε συνέχεια μουσική, χόρευε, μαγείρευε απίστευτα, ήταν πολύ δημοφιλής. Πριν από δύο χρόνια πέθανε από καρκίνο και τρεις μέρες πριν, είχε πεθάνει από καρδιακή ανακοπή η μητριά μου, η Lindita της παράστασης, από τη θλίψη της για τον επερχόμενο θάνατό του. Η ολονυχτία πριν από την κηδεία του μάλιστα έγινε μέσα σ’ αυτή την ταβέρνα. Για μένα, αυτό το μέρος συμβολίζει την έννοια της απουσίας κι αυτό θέλω να μεταφέρω τώρα στη σκηνή. Το πώς διαχειρίζεσαι τη μοναξιά που σου αφήνει ένα κενό. Μιλάω, όμως, και για την εν ζωή απουσία, αν σκεφτείς ότι ως πατέρας ήταν κυρίως απών από τη ζωή μου. Η σχέση μας ήταν πάντα βασισμένη στην απουσία». Διακόπτει για λίγο τον λόγο του και αφήνεται σε μια μελαγχολική σιωπή. «Ξέρεις, είναι πράγματα που δεν μπορείς να πεις με λέξεις. Ίσως γι’ αυτό ακόμα οι παραστάσεις μου να μην έχουν λόγια».

Η Lindita του, καλώς εχόντων, θα παρουσιαστεί ξανά την επόμενη χρονιά στο Εθνικό, ενώ ετοιμάζεται να ταξιδέψει σε διεθνή φεστιβάλ και θεατρικές σκηνές ανά τον κόσμο. «Υπάρχει μια εξωστρέφεια που απολαμβάνω», λέει. «Έχουν έρθει καλλιτέχνες από το εξωτερικό μόνο και μόνο για να δουν την παράσταση κι έχω κάνει απίστευτες συζητήσεις μαζί τους. Βιώνω μια μοναδική περίοδο στη δουλειά μου και να σκεφτείς ότι, πριν μπω στο Ωδείο Αθηνών, δεν ήξερα καν τι είναι οι δραματικές σχολές! Δεν είχα ιδέα τι μπορεί να μου προσφέρει αυτός ο κόσμος στον οποίο ενστικτωδώς στράφηκα». Το φθινόπωρο θα μετακομίσει στη Γαλλία για ένα καλλιτεχνικό residency, ενώ δεν αποκλείει να κυνηγήσει τα όνειρά του εκτός Ελλάδος. «Με χαροποιεί τρομερά η ιδέα να ταξιδέψω με τις δουλειές μου, να συνεργάζομαι με ξένους καλλιτέχνες, να γνωρίζω νέες κουλτούρες, άλλες νοοτροπίες. Όλο αυτό είναι πολύ αναζωογονητικό για έναν καλλιτέχνη και θα επιδιώξω να το ζήσω».
«Αλήθεια, πότε βγαίνει το τεύχος;» με ρωτάει πριν πούμε αντίο. «Θέλω να το πάρω στη μαμά μου. Θα το κόψει και θα το κολλήσει στην τζαμαρία στον φούρνο! Είναι πολύ περήφανη, αν και δεν καταλαβαίνει ακριβώς τι κάνω. Ελπίζω να μη βάλετε κανέναν περίεργο τίτλο. Ξέρεις, τώρα έχω αγχωθεί λίγο με τις συνεντεύξεις. Καμιά φορά σε εγκλωβίζουν σε φράσεις που δεν νιώθεις βολικά. “Ο Αλβανός που πέρασε ρατσισμό”. Εντάξει, όλοι κάτι έχουμε περάσει. Δεν μου αρέσει να πουλάω δράματα. Όλοι προσπαθούμε για το καλύτερο κι αυτό έχει σημασία στο τέλος της ημέρας».
→ Taverna Miresia – Mario, Bella, Anastasia. Σύλληψη – σκηνοθεσία: Μάριο Μπανούσι. Παίζουν: Σαβίνα Γιαννάτου, Χρυσή Βιδαλάκη, Κατερίνα Κρίστο, Μάριο Μπανούσι, Ευτυχία Στεφάνου. Εθνικό Θέατρο (Σκηνή Ελένη Παπαδάκη, Πανεπιστημίου 48). 18 έως 20/07 στις 19.30. Προπώληση: viva.gr

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο >>