You are currently viewing Φιλίπ Κεν στην «Κ»: «Οχι ηδονές, αλλά ένταση»

Φιλίπ Κεν στην «Κ»: «Οχι ηδονές, αλλά ένταση»

Τι σχέση μπορεί να έχει μια συνεδρία ομαδικής ψυχοθεραπείας, ένα τηλεοπτικό σόου και ένας περιπλανώμενος θίασος μουσικών με τα κρυφά νοήματα του διάσημου αναγεννησιακού πίνακα «Ο κήπος των ηδονών» του Ιερώνυμου Μπος;
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο πρωτοπόρος Γάλλος σκηνοθέτης και εικαστικός Φιλίπ Κεν ανατρέχει στην ιστορία της τέχνης για να ξεδιπλώσει τους αλλόκοτους, απαράμιλλης ομορφιάς, κόσμους του επί σκηνής. Στο θεατρικό έργο «L’ Εffet de Serge», το 2007, άντλησε έμπνευση από έναν πίνακα του Πίτερ Μπρέγκελ, ένα χρόνο αργότερα μια γκραβούρα του Ντίρερ γέννησε τη «Μελαγχολία των δράκων» (με αυτήν την παράσταση τον γνώρισε το ελληνικό κοινό στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση) και το 2016 ήρθε η σειρά του Γερμανού τοπιογράφου Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ. Με τον Μπος, ωστόσο, το αγαπημένο παιδί της γαλλικής avant-garde επέκτεινε την έρευνα προς κάθε κατεύθυνση που θα μπορούσε να διαλευκάνει το τοπίο: τι μπορεί να απεικονίζει το αινιγματικό τρίπτυχο;

Για την ατμοσφαιρική αυτή παράσταση, που κλείνει το φετινό Φεστιβάλ Αθηνών, συνομίλησε με πλειάδα ανθρώπων από διαφορετικούς χώρους. Η αρχή έγινε με τους επιμελητές του μουσείου Πράδο (ο πίνακας ανήκει στη μόνιμη συλλογή του μουσείου), ακολούθησαν ιστορικοί αλλά και θεωρητικοί της τέχνης, η ποιήτρια Λάουρα Βάσκεζ –ποιήματα της οποίας ακούγονται και στην παράσταση–, ακόμη και ο διευθυντής φωτογραφίας του Πέδρο Αλμοδόβαρ. Γρήγορα, τόσο ο ίδιος όσο και η ομάδα του, Vivarium Studio, συνειδητοποίησαν ότι δεν υπάρχει μία και μόνο ερμηνεία γύρω από τον πίνακα. Οι απόψεις γύρω από το συναρπαστικό αυτό έργο πληθαίνουν με το πέρασμα των χρόνων. «Ενας από τους επιφανέστερους μελετητές του έργου του Μπος, πέντε λεπτά αφότου συναντηθήκαμε, μού το ξέκοψε: Σκέψου ό,τι θέλεις, είναι όλα ανοικτά. Δεν είναι απελευθερωτικό αυτό όταν ξεκινάς να πεις μια ιστορία;».
Με πληροφορεί ότι μέχρι τον 19ο αιώνα ο πίνακας είχε μείνει στην άκρη. Δεν απασχολούσε κανέναν και ξαφνικά αυτή η εξωφρενική σύνθεση βρέθηκε στο κέντρο του ενδιαφέροντος, βαφτίστηκε προφητική, μοντέρνα, τροφοδότησε τον σουρεαλισμό, τη λογοτεχνία του φανταστικού, τους χίπηδες. «Εγώ δεν βλέπω ηδονές όταν κοιτάζω τον πίνακα, διακρίνω μια τρομερή ένταση ανάμεσα στους διαφορετικούς χώρους, μια νευρικότητα. Ο Μπος τοποθετεί στην ίδια κλίμακα τα έντομα, τα πουλιά και τους ανθρώπους, και είναι σαν να δίνει πιθανές κατευθύνσεις για τη ζωή μας. Είναι σαν να ρωτάει τι είδους ζωή θα θέλαμε, στο ίδιο ερώτημα επανέρχομαι και εγώ μέσα από αυτό το έργο, πέντε αιώνες αργότερα. Με κινούν η ατμόσφαιρα και το κολάζ αυτών των ετερόκλητων στοιχείων, το πώς κατορθώνει ο ιδιοφυής Ολλανδός ζωγράφος να συμφιλιώσει αυτούς τους χωριστούς και συχνά αντικρουόμενους κόσμους».
Ο δημιουργός της παράστασης, εικαστικός Φιλίπ Κεν

Είναι σαν να ρωτάει τι είδους ζωή θα θέλαμε, στο ίδιο ερώτημα επανέρχομαι και εγώ μέσα από αυτό το έργο, πέντε αιώνες αργότερα.

Από θεωρία σε θεωρία
Οπως και στη «Μελαγχολία των δράκων», όπου είχε χρησιμοποιήσει ένα ξεχαρβαλωμένο Citroen στη μέση του πουθενά, έτσι και εδώ επιστρατεύει ένα πούλμαν για να κάνει το «ταξίδι», από θεωρία σε θεωρία. Κάθε φορά που οι «επιβάτες» μέσα από τη συζήτηση φτάνουν σε ένα αδιέξοδο, κάποιος λέει: Δεν πάμε καλά από εδώ, μήπως να δοκιμάζαμε κάτι άλλο; Η παράσταση κινείται αργά και εκείνος ζητάει αυτήν την πίστωση χρόνου για να μας εξοικειώσει με το σύμπαν του. Υπάρχει μια αντίστοιχη σκηνή με λεωφορείο και μουσικούς στο σινεμά του Θεόδωρου Αγγελόπουλου. «Μου αρέσει αυτή η γλώσσα του Ακι Καουρισμάκι, του Αγγελόπουλου με τα μακρόσυρτα, σιωπηλά πλάνα. Οταν παίρνεις χρόνο για να αφηγηθείς κάτι, δημιουργείς χώρο και χρόνο στον θεατή για να στοχαστεί πάνω σε αυτό το κάτι».

Πώς αποφάσισε να αφήσει τη σκηνογραφία και να τολμήσει να γράψει και να σκηνοθετήσει ένα νέο έργο; «Ημουν πολύ χαρούμενος με τη σκηνογραφία, είχα κάνει σκηνικά για Σαίξπηρ, για όπερες. Το 2003, παρακολούθησα μια παράσταση ιδιαίτερα σκοτεινή, που απευθυνόταν σε πολύ ειδικό κοινό. Σκέφτηκα πως εμένα αυτό το “σοβαρό” θέατρο δεν μου πήγαινε, είπα, λοιπόν, στον εαυτό μου πως θα γράψω ένα έργο που δεν θα μπορούσα να δω αλλού και από τότε έχουν περάσει 20 χρόνια». Μιλάει για το ελληνικό κοινό και το πόσο ακριβή και εύστοχα σχόλια κάνουν μετά το τέλος της παράστασης, και εξηγεί ότι ο ίδιος επιδιώκει αυτήν την ανταλλαγή απόψεων. «Υπάρχουν κουλτούρες που έρχονται στο θέατρο, καταναλώνουν το έργο και συνεχίζουν το βράδυ τους. Στην Ελλάδα, δεν είναι έτσι, υπάρχει αντίδραση. Θετική ή αρνητική δεν έχει σημασία, γίνεται συζήτηση».
Εξαιρετικά ενήμερος και για την ελληνική σκηνή, μου αραδιάζει χωρίς δισταγμό αυτούς που έχει ξεχωρίσει: Vasistas και Αργυρώ Χιώτη, Ευριπίδης Λασκαρίδης, Πρόδρομος Τσινικόρης. Κανένας από όσους ανέφερε δεν κάνει παραδοσιακό θέατρο. Τι σχέση έχει, λοιπόν, με την παράδοση; «Δεν σημαίνει πως όσο προχωράς προοδεύεις. Οι επιστημονικές κατακτήσεις και η τεχνολογία δημιουργούν προϋποθέσεις εξέλιξης, ωστόσο πολλά πρωτοποριακά στοιχεία κρύβονται στο παρελθόν. Το έργο του Μπος, για παράδειγμα, είναι μοντέρνο, προσφέρει ακόμη εύφορο έδαφος για σκέψη».

Το έργο έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ της Αβινιόν πριν από ένα μήνα σε ένα παλιό λατομείο, στην Αθήνα θα φιλοξενηθεί την Παρασκευή (04/08) στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού. Δεν σας δυσκόλεψε το ρωμαϊκό ωδείο; Δεν είναι περιοριστικό αυτό το φόντο; «Είναι ένα θέατρο-φάντασμα, με αυτήν την τόσο επιβλητική πρόσοψη. Καταλαβαίνεις πως το παρελθόν παρεισφρέει στο παρόν με έναν τρόπο που δεν μπορείς να αγνοήσεις, και τόσο στο έργο του Μπος όσο και στο δικό μας, τα όρια ανάμεσα στον χρόνο είναι συγκεχυμένα».
Κλείνοντας την κουβέντα τον ρώτησα, γνωρίζοντας το πάθος του, πώς συνδέεται η εντομολογία με τις τέχνες και το θέατρο. Με ρώτησε αν ήξερα τα φασματώδη. Τα αγνοούσα. «Είναι έντομα που στέκονται ακίνητα στη διάρκεια της ημέρας. Περνούν απαρατήρητα, γιατί έχουν ιδιαίτερο ταλέντο στη μεταμόρφωση».

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο >>