You are currently viewing Ενας «κλασικός» μαέστρος κι ένας πολύ «προσωπικός» πιανίστας

Ενας «κλασικός» μαέστρος κι ένας πολύ «προσωπικός» πιανίστας

Ακάθεκτη συνεχίζει η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών να προσκαλεί Ρώσους σολίστες, πιανίστες κατά προτίμηση. Ετσι, στις 5 Ιανουαρίου, κατά την πρώτη συναυλία της χρονιάς στην αίθουσα «Χρήστος Δ. Λαμπράκης», σολίστ ήταν ο Μιχαήλ Πλετνιόφ. Την ορχήστρα διηύθυνε ο Γάλλος αρχιμουσικός Φιλίπ Ωγκέν, γνωστός κυρίως από την τακτική συνεργασία του με την Εθνική Λυρική Σκηνή.

Ο Πλετνιόφ επέλεξε να ερμηνεύσει δύο Κοντσέρτα του 18ου αιώνα, το υπ’ αρ. 11 σε ρε μείζονα (Hob XVIII/11) του Γιόζεφ Χάιντν και το υπ’ αρ. 24 σε ντο ελάσσονα (Κ. 491) του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ. Κανένα από τα δύο δεν γράφηκε για σύγχρονο πιάνο με ουρά, όπως αυτό στο οποίο τα απέδωσε ο Ρώσος πιανίστας. Αυτό από μόνο του προφανώς δεν είναι κακό: τα δύο αυτά κοντσέρτα, όπως και πολλά άλλα, συνηθέστατα παίζονται και ηχογραφούνται σε σύγχρονα όργανα και πολλοί από τους ερμηνευτές δικαιώνουν τη μουσική.

Προβληματισμός υπάρχει, όμως, όταν έρχεται κανείς να εφαρμόσει επιλογές τις οποίες επιτρέπει ένα σύγχρονο όργανο, σε έργα που γράφηκαν για τσέμπαλο ή φορτεπιάνο, δηλαδή για όργανα τα οποία δεν είχαν τις δυνατότητες των σημερινών και άρα δεν θα μπορούσε να τις έχει προβλέψει ο συνθέτης. Γίνεται δε ακόμα μεγαλύτερος, όταν εφαρμόζει κανείς ερμηνευτικές πρακτικές μεταγενέστερων εποχών σε έργα μιας περιόδου της οποίας η αισθητική έχει σήμερα πια αποκωδικοποιηθεί επαρκώς. Ετσι, λοιπόν, και στα δύο Κοντσέρτα ο Πλετνιόφ αξιοποίησε με πολύ προσωπικό τρόπο τις δυνατότητες δυναμικής του σύγχρονου οργάνου, επιλέγοντας συχνά απροσδόκητα χαμηλόφωνες διατυπώσεις. Εξίσου προσωπικός ήταν ο τρόπος με τον οποίο χειρίστηκε τις χρονικές διάρκειες, στοιχείο που αποδείχτηκε ακόμα πιο προβληματικό, καθώς κάποτε διατάρασσε ακόμα και τη μελωδική γραμμή.
Φυσικά, ακόμα και αυτές οι πολύ ξεχωριστές επιλογές θα μπορούσε να έχουν ενδιαφέρον, εάν έπειθαν ότι αναδείκνυαν ορισμένα από τα στοιχεία της μουσικής και δεν έμοιαζαν απλώς με ακκισμούς μιας άλλης εποχής, των οποίων βασική έγνοια ήταν να φανερώσουν τις πράγματι εξαιρετικές ικανότητες του πιανίστα. Εάν δεν έκαναν τα έργα να μοιάζουν με απλή αφορμή για πολύ προσωπικές εξομολογήσεις, όπως συνηθιζόταν από πιανίστες – αστέρες μέχρι και τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες.

Κατά το δεύτερο μέρος της βραδιάς το εκκρεμές έγειρε προς την άλλη πλευρά. Στον αντίποδα των προτάσεων του Πλετνιόφ, ο Φιλίπ Ωγκέν έδωσε μια «κλασική» ανάγνωση της Ενατης Συμφωνίας του Φραντς Σούμπερτ, αποφεύγοντας να αφήσει κάποιο τόσο προσωπικό αποτύπωμα στη μουσική. Ο Γάλλος αρχιμουσικός φρόντισε να δώσει σε κάθε μέρος τον ξεχωριστό του χαρακτήρα, περιορίζοντας, ωστόσο, τις διαφοροποιήσεις σε ό,τι αφορούσε τις ταχύτητες και μετριάζοντας τις αντιθέσεις ύφους. Σημαντικό ήταν ότι έδωσε τη ζητούμενη κίνηση ειδικά στα δύο μεσαία μέρη, το «Αντάντε» και το «Σκέρτσο», πετυχαίνοντας μια πιο ανάλαφρη, στερεοτυπικά «βιεννέζικη» αίσθηση, χωρίς να αφαιρεί από τη μελαγχολία της μουσικής. Πολύ καλές συνεισφορές από τα κόρνα, ήδη από τα πρώτα μουσικά μέτρα, αλλά και συνολικά από τα πνευστά, συνέβαλαν στο θετικό αποτέλεσμα.

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο >>