You are currently viewing Αρθρο του Ευτύχη Βαρδουλάκη στην «Κ»: Πόσο «δεξιά» είναι η Ν.Δ. του 40,5%;

Αρθρο του Ευτύχη Βαρδουλάκη στην «Κ»: Πόσο «δεξιά» είναι η Ν.Δ. του 40,5%;

ΕΥΤΥΧΗΣ ΒΑΡΔΟΥΛΑΚΗΣ*
04.07.2023 • 14:06

Οι αναλύσεις για τις εκλογικές μετακινήσεις με βάση τον παραδοσιακό άξονα Δεξιάς – Κέντρου – Αριστεράς είναι εν πολλοίς ελλειμματικές. Oχι επειδή η βασική αυτή διάκριση έπαψε να υπάρχει, αλλά επειδή απομειώνεται η αξία της ως βασικής διαιρετικής πολιτικής τομής και κατά συνέπεια και ως αναλυτικού εργαλείου. Η δε χρήση του όρου Κέντρο εμπεριέχει ασάφεια ως προς τα χαρακτηριστικά του. Για την οικονομία της ανάλυσης, ας θεωρήσουμε ότι ως Κέντρο περιγράφουμε κατά κύριο λόγο πολίτες με πιο μετριοπαθή πολιτικά χαρακτηριστικά και πιο χαλαρές πολιτικές ταυτίσεις. Ακόμη και παραδοσιακές πολιτικές έννοιες, ωστόσο, όπως «προοδευτικός», «συντηρητικός», κ.λπ., συχνά λειτουργούν παραπειστικά, καθώς δεν περιγράφουν ουσιωδώς τις εκλογικές συμπεριφορές.
Παρ’ όλες τις ορολογικές επιφυλάξεις, πάντως, μπορεί με βεβαιότητα να ειπωθεί ότι το ποσοστό της Ν.Δ. στις τελευταίες εκλογές υπερβαίνει τα όρια της Κεντροδεξιάς. Είναι πάντα ο πολιτικός φορέας της, αλλά δεν είναι μόνο αυτό, καθώς έχει πλέον σαφώς διευρύνει την απήχησή της και σε ψηφοφόρους που δεν αυτοπροσδιορίζονται ως «δεξιοί» ή «κεντροδεξιοί».

Σε μεγάλο βαθμό αυτό οφείλεται στη στρατηγική «τριγωνοποίησης», που με συνέπεια ακολουθεί εδώ και χρόνια ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Ο οποίος, υιοθετώντας στοιχεία από τις δύο πολιτικές ατζέντες –και της Δεξιάς και της Κεντροαριστεράς– δημιουργεί έναν δικό του χώρο πολιτικής επιρροής, που εικονογραφείται ως η κορυφή ενός σχηματιζόμενου τριγώνου.
Συνδυάζοντας µειώσεις φόρων με επιδόματα, επενδύσεις με αυξήσεις κατώτατου μισθού, ιδιωτικοποιήσεις με προσλήψεις σε Εκπαίδευση και Υγεία, στοιχεία της ΛΟΑΤΚΙ ατζέντας με εξοπλιστικά, «ανάλαφρες» εμφανίσεις στα σόσιαλ μίντια με «σκληρή» γραμμή στα ελληνοτουρκικά ή εμφανίσεις κύρους, όπως εκείνη στο αμερικανικό Κογκρέσο, ο κ. Μητσοτάκης κατάφερε να συσπειρώνει τη δική του παράταξη και παράλληλα να συνομιλεί με ευρύτερα ακροατήρια, που δεν είχαν κατ’ ανάγκην κάποιο δογματικό ιδεολογικό πρόσημο. Κερδίζοντας παράλληλα ζωτικό πολιτικό χώρο από τον βασικό αντίπαλό του, ο οποίος επέμενε αυτοκαταστροφικά να απευθύνεται σε ένα ολοένα και πιο φανατισμένο, αλλά μονίμως εσωστρεφές, εκλογικό κοινό.
Η στρατηγική αυτή υποβοηθήθηκε από δύο δεδομένα. Πρώτον, τις πολιτικές αναδιατάξεις της περασμένης δεκαετίας. Η Ν.Δ., ως ο μεγάλος πόλος του πάλαι ποτέ «μνημονιακού» μετώπου, έχτισε από τότε πολιτικές γέφυρες με κόμματα και ομάδες που ανησύχησαν για το ευρωπαϊκό κεκτημένο της χώρας. Ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ, υπό το βάρος της κυβερνητικής διαχείρισης και κυρίως της διάψευσης των προσδοκιών που είχε καλλιεργήσει, δεν μπόρεσε να συσπειρώσει το κοινό του της περιόδου εκείνης, η Ν.Δ. κατάφερε να εκφράσει όλο το «αντι-ΣΥΡΙΖΑ» ρεύμα που τότε σχηματοποιήθηκε, με δυνάμεις και πέρα από τα όρια της παραδοσιακής Δεξιάς.

Δεύτερον, τη βελτίωση του δείκτη πολιτικής και οικονομικής εμπιστοσύνης. Επειτα από μια δύσκολη δεκαετία, η χώρα πέρασε σε θετικό ρυθμό ανάπτυξης, ενώ οι όποιες κρίσεις (πανδημία, Ουκρανικό, κ.λπ.) θεωρήθηκαν κυρίως εξωγενείς. Αυτό ήταν επαρκής λόγος για ένα τμήμα ψηφοφόρων να επιλέξει το μόνο κόμμα που υποσχόταν πολιτική σταθερότητα. Η σημαντική εκλογική άνοδος της Ν.Δ. στις «λαϊκές» – «εργατικές» συνοικίες της Αττικής, καθώς και σε τουριστικές περιοχές, προφανώς δεν έχει να κάνει με κάποια ιδεολογική μεταστροφή, αλλά με την αύξηση ζήτησης (και αμοιβών) των εργατοτεχνικών επαγγελμάτων, τη μείωση της ανεργίας, την πορεία του τουρισμού, αλλά και ζητήματα όπως η μείωση των εκκρεμών συντάξεων, τα επιδόματα στήριξης κ.ά.
Προκύπτει συνεπώς ένα συμπέρασμα φαινομενικά κάπως αντιφατικό, αλλά στέρεο στην ουσία του: ότι η εκλογική διεύρυνση της Ν.Δ. έγινε μεν προς τον χώρο του λεγόμενου (προοδευτικού) Κέντρου, συντελέστηκε όμως με κριτήρια ψήφου κατά κανόνα «συντηρητικά», όπως η ανάγκη πολιτικής σταθερότητας και η ατομική προοπτική των ψηφοφόρων.
Αβίαστα προκύπτει το επόμενο ερώτημα, αν η τάση αυτή, σε συνδυασμό με την είσοδο στη Βουλή κομμάτων με ακραία συντηρητικά ή εξτρεμιστικά χαρακτηριστικά, σηματοδοτεί μια συνολικά συντηρητική στροφή της κοινωνίας.

Το ότι ριζοσπαστικοποιημένα – αντισυστημικά – αντιπολιτικά σχήματα αναζητούν αναφορές σε έννοιες όπως η θρησκεία ή το έθνος, μπορεί να ειπωθεί πως πράγματι υποδηλώνει μια τέτοια στροφή. Αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να απασχολήσει τους πάντες και κυρίως την Αριστερά, που προτιμά να ξορκίζει παρά να αναλύει το γεγονός.
Από την άλλη, ωστόσο, το κομμάτι αυτό παραμένει κοινωνικά μειοψηφικό, ενώ η εκλογική του επιτυχία ήταν εν πολλοίς και συγκυριακή. Λόγω της απλής αναλογικής στις πρώτες εκλογές απέκτησαν «ορατότητα» και λόγω πιο χαλαρής ψήφου στις δεύτερες εκλογές (καθώς το αποτέλεσμα είχε προεξοφληθεί) κατάφεραν να μπουν στη Βουλή.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το ποσοστό αυτό δεν μπορεί να «αθροιστεί» στα ποσοστά της Ν.Δ., ώστε να υποστηριχθεί η θεωρία περί δεξιάς στροφής. Η άνοδος των κομμάτων αυτών δεν έγινε εις βάρος της Ν.Δ., αλλά αφορούσε κατά κύριο λόγο μια αναδιάταξη της ριζοσπαστικοποιημένης – αντισυστημικής – αντιπολιτικής ψήφου. Σε κρίσιμα ζητήματα εξάλλου αυτής της τετραετίας, όπως η πανδημία, τα εμβόλια ή ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι θέσεις των συγκεκριμένων κομμάτων ήταν διαμετρικά αντίθετες με αυτές της Ν.Δ.

Τα γεγονότα αυτά καθαυτά συνιστούν διαιρετική τομή. Και οι όποιες επιμέρους αξιακές ή ταυτοτικές συμπτώσεις (εάν υπάρχουν και στον βαθμό που υπάρχουν) αναιρούνται στο πεδίο της εφαρμοσμένης πολιτικής.
*Ο κ. Ευτύχης Βαρδουλάκης είναι σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας.

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο >>